Παρουσίαση Ερασμίας Κρητικού στη Σάμο

Καλησπέρα κι από μένα, κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι.

Θέλω να ξεκινήσω με μια σύνοψη από το πλούσιο βιογραφικό της συγγραφέως:

Η Έλενα Χουσνή λοιπόν γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πέλλα.Εργάστηκε ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες «Έθνος» και «Έθνος της Κυριακής», Ως υπεύθυνη του Γραφείου Τύπου της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου και ως επικεφαλής του Γραφείου Ευρωπαϊκής Πληροφόρησης Europe Direct Βορείου Αιγαίου, ενώ σήμερα είναι Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης Δήμου Σάμου. Διηγήματα της έχουν φιλοξενηθεί σε συλλογικά έργα, Ενώ το βιβλίο της «Άλικο σαν το.. Αίμα» έλαβε το πρώτο Βραβείο στον Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας ‘Ένωσης Λογοτεχνών το 2012. Από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών εξ’ άλλου, έχει βραβευτεί με το πρώτο Βραβείο Θεατρικού Έργου το 2009 και την ίδια χρονιά με το τρίτο Βραβείο Μυθιστορήματος. Έχει λάβει βραβεία και διακρίσεις σε πολλούς πανελλήνιους διαγωνισμούς. Το 2014 εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο «Στα άδυτα.. των δυτών» από τις εκδόσεις Δίαυλος, Ενώ τον Ιανουάριο του 2015 έγινε μέλος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας.

Το βιβλίο που παρουσιάζουμε εδώ σήμερα αποτελεί την συνέχεια του πρώτου αστυνομικού μυθιστορήματος «Στα άδυτα… των δυτών» , και αποτελεί το δεύτερο μέρος μιας τετραλογίας που φιλοδοξεί ή σκοπεύει να ολοκληρώσει η συγγραφέας. Στην «Χρυσή Εκδίκηση» συναντούμε τους ίδιους χαρακτήρες της μυθοπλασίας: Τον αρχισυντάκτη Γρηγορίου που αποχωρεί πλέον από την εφημερίδα, τον Καρυωτάκη που τον διαδέχεται, την δημοσιογράφο Νάνσυ, τον ψυχολόγο Παπαργυρίου που βοηθάει στις αστυνομικές έρευνες για τον εντοπισμό του δράστη, οι οποίοι τώρα έχουν εξελιχτεί, έχουν ωριμάσει ηλικιακά αλλά και ιδιοσυγκρασιακά, στέκουν πλέον πιο γερά στα πόδια τους κι έχουν κτίσει τις καριέρες τους.

Δεν θέλω ν’ αναφέρω τίποτε άλλο για την πλοκή του έργου, γιατί θεωρώ πως στ’ αστυνομικά είναι σημαντικό να ξέρεις όσο το δυνατόν λιγότερα για την υπόθεση κι αυτό έχει σημασία για την πορεία που θ’ ακολουθήσει με το μυαλό του ο αναγνώστης στην εξιχνίαση των φόνων, αλλά και της ίδιας της μυστηριακής ατμόσφαιρας του έργου.

Το πρώτο ερώτημα που θα προσπαθήσω ν’ απαντήσω στη συνέχεια είναι αυτό: είναι η Χρυσή Εκδίκηση ένα αστυνομικό μυθιστόρημα; Είναι ΜΟΝΟ ένα αστυνομικό μυθιστόρημα;

Το πρώτο που σκέφτηκα ξεκινώντας να διαβάζω το έργο είναι ότι έχουμε να κάνουμε με ένα αυθεντικό «σελιδογυριστή» . Ένα βιβλίο δηλαδή στο οποίο ανυπομονείς να κάνεις αυτό, να γυρίσεις τη σελίδα, να δεις τι θα συμβεί παρακάτω.

Η συγγραφέας πλάθει τους χαρακτήρες της τόσο σφαιρικά και πολύπλευρα που τους παρακολουθείς κάποτε ν’ αποκτούν δική τους ζωή μέσα στο έργο, να αυτοσχεδιάζουν σχεδόν την πλοκή τους, και να δρουν από ένα σημείο και μετά αυτόνομοι. Οι πρωταγωνιστές, κι ακόμη και οι δευτεραγωνιστές του έργου αναλύονται και ψυχογραφούνται σε βάθος, κινούνται ελεύθεροι στο χώρο του μυθιστορήματος, δίνοντας στον αναγνώστη την αίσθηση ότι παίρνουν ζωή μπροστά στα ματιά του.

Θέλω να σταθώ ακόμη και στην αβίαστη ροη της μυθοπλασίας, σαν να γράφεται μόνο του το βιβλίο, σαν να εκτυλίσσεται σε πραγματικό χωροχρόνο η πλοκή.

Θυμήθηκα διαβάζοντάς το, κάτι που έλεγαν οι καθηγητές μου στη Σχολή, στα μαθήματα λογοτεχνίας: Πρέπει να «μην βλέπεις» τον συγγραφέα μέσα στο έργο. Αν πίσω από το κείμενο μπορείς να διακρίνεις τον άνθρωπο που το γράφει, τότε είναι επίπλαστο.. Δεν πείθει. Και τελικά, έλεγαν, βγαίνει κακό. Κι εγώ δεν είδα πουθενά την Έλενα, κάτι που καθιστά το έργο της φυσικό, αληθινό και τελικά, σύμφωνα και με τους καθηγητές μου, καλογραμμένο.

xrysi ekdikisi

Είχα παρακολουθήσει σε μια συνέντευξη στην ΕΡΤ τον Σκανδιναβό αστυνομικό συγγραφέα Χένινγκ Μάνκελ κάποτε, σε μια από τις τελευταίες του μάλιστα συνεντεύξεις πριν πεθάνει – και είχε πει : « Όλα τα καλά έργα, ανεξάρτητα από το είδος τους, τα διαπνέει μια μουσική. Τα διαπερνά μια μελωδία κι ένας ρυθμός. Κι αυτό είναι που τα κάνει όμορφα έργα». Χωρίς ρυθμό ,έλεγε, δεν μπορείς να «ακούσεις» κανένα κείμενο.

Η «Χρυσή Εκδίκηση» έχει μια μουσική κι έχει έναν ρυθμό. Είναι ένας γρήγορος ρυθμός, μια ρυθμική μελωδία, ένα σάουντρακ σασπενσιάρικης ταινίας Χίτσκοκ που παίζει στ` αυτιά σου όσο τα μάτια τρέχουν πάνω στο κείμενο με αγωνία, να φτάσουν στο τι γίνεται, στην αποκάλυψη στοιχείων και στα ίχνη του δολοφόνου. Μάλιστα o ρυθμός του εναλλάσσεται εμβόλιμα ανάμεσα στα κεφάλαια: ανάμεσα στην πλοκή της εξιχνίασης των φόνων απ’ την μια , κι απ την άλλη στα κεφάλαια της αφήγησης από τη σκοπιά του δράστη, τα οποία παρεμβάλλονται εναλλάξ στο βιβλίο.

(θέλω να σας διαβάσω σ αυτό το σημείο ένα απόσπασμα που μ` έκανε να το διαβάζω γρήγορα και με αγωνία, μου επέβαλε δηλαδή τον ρυθμό του: (σελ 101-103)

Στην Ελλάδα το αστυνομικό μυθιστόρημα έχει φανατικούς οπαδούς. Η «Χρυσή Εκδίκηση» είναι ένα νουάρ που διαβάζεται απνευστί, ιντριγκάρει, βάζει τη σκέψη του αναγνώστη σε κίνηση, όσο η συγγραφέας δίνει έντεχνα με το σταγονόμετρο τα κλειδιά για τη λύση του μυστηρίου. Εδώ όμως δεν έχουμε ένα κλασσικό αστυνομικό τύπου Πουαρό. Εδώ έχουμε χαρακτήρες που συμπαθούμε μέχρι να απογυμνωθούν και να δούμε την ασχήμια τους. Έχουμε αντιπαθητικούς που αποδεικνύονται ψυχούλες ή και ψυχάκηδες.

Έχει κάτι από τους αγγελικά μοχθηρούς χαρακτήρες της Πατρίτσια Χάισμιθ που κάπου πλέον στα μισά της πλοκής δεν είσαι πια σίγουρος αν είναι οι καλοί ή οι κακοί τελικά της υπόθεσης. Έχει και κάτι από την δηκτική γλώσσα του Στιγκ Λάρσον ή του Μάνκελ που προανέφερα. Δημοσιογράφοι και οι ίδιοι, όπως υπήρξε και η Έλενα Χουσνή, με συνέπεια και καθήκον επαγγελματικό , φέρνουν στο φως σκάνδαλα, αποκαλύπτουν τη διαφθορά στη χώρα τους απ` όπου κι αν αυτή προέρχεται και σηκώνουν το χαλί κάτω απ το οποίο οι κυβερνήσεις, τα κατεστημένα και τα συμφέροντα σκουπίζουν τις βρωμιές τους. Στοιχεία που πραγματεύεται έντονα και εδώ η υπόθεση.

Το βιβλίο αυτό δηλαδή δεν εξυπηρετεί απλώς το σασπένς, δεν είναι ένα βιβλίο όπου θα περάσεις απλώς ευχάριστα την ώρα σου κάνοντας τον ντεντέκτιβ και κυνηγώντας μυστηριώδεις δολοφόνους αλλά είναι μια υπόθεση με ιστορικές και κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις που θα προβληματίσει.

Μιλά ξεκάθαρα για κοινωνική ανισότητα, φωτογραφίζει την σύγχρονη Ελλάδα που μαστίζεται από την οικονομική κρίση και την εξόφθαλμη εκμετάλλευση εις βάρος του λαού ο οποίος επωμίζεται δυσανάλογα βάρη όσο άλλοι πλουτίζουν βρώμικα στις πλάτες του– κάτι κι από τον στρατευμένο Γιάννη Μαρή θυμίζει επίσης σ’αυτό το σημείο. Η οξυδερκής ματιά στην κοινωνική ανισότητα που αναδύεται μέσα από τα έργα του αγαπημένου συγγραφέα του Αστυνόμου Μπέκα, διακρίνεται και στο έργο της δικής μας συγγραφέως. Έχουμε υπ’ αυτή την έννοια κι εδώ ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με αμυδρά κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις, ένα ισχυρό πολιτικό σχόλιο για μια εποχή δύσκολη για τη χώρα, κάτι το οποίο χειρίζεται με τόλμη.

Οι εικόνες της έρημης Αθήνας, μιας πόλης της διαφθοράς και του υπόκοσμου, της διαπλοκής εμφανίζονται κι εδώ, δίνοντας έναν επιπρόσθετο παραλληλισμό με τα έργα του Μαρή.

Θα σας διαβάσω ακόμη ένα όμορφο απόσπασμα που μου έκανε αίσθηση για την συγκινητική και ανθρώπινη προσέγγιση του, μιλώντας για την Ελλάδα της κρίσης που όλοι μας βιώνουμε:

(σελ 116- 118)

Πρόκειται για μια κοινωνική ακτινογραφία, δοσμένη με συγκινητική ευαισθησία. Ένα κείμενο γεμάτο Ελλάδα με τα όμορφα και τα άσχημά της. Ή μάλλον με την ομορφιά που φυτρώνει μέσα από την συμφορά και την απελπισία.

Παρ` όλο που υφολογικά ανήκει στην κατηγορία των νουάρ , το έργο της Έλενας Χουσνή το διακατέχει μια αναπάντεχα λογοτεχνική γλώσσα για το είδος του που παίζει ανάμεσα στον χώρο: από τρυφερή ποιητικότητα που συγκινεί και συνεπαίρνει ως και στυγνή χειρουργική ψυχρότητα που σοκάρει.

Οι πλούσιες αναφορές σε ιστορικά στοιχεία, στην λογοτεχνία και στην ποίηση της Ελλάδας, το διαφοροποιούν αρκούντως και σε πολλά σημεία από το είδος του – αυτό του αστυνομικού. Πέρα και πάνω από τα νουάρ χαρακτηριστικά του δηλαδή, χρησιμοποιεί μια πλούσια λεξιλογικά γλώσσα, γεμάτη εικόνες και συναισθήματα, με τις μεταφορές, τις δυνατές οπτικοακουστικές εικόνες, τις παρομοιώσεις, τις θέσεις και αντιθέσεις του.

Πλέκει μια δομή η οποία αναλύεται σε συμβολικά επίπεδα, ξεπερνώντας έτσι την κλασσική ή αν θέλετε τη συνήθη δομή των αστυνομικών όπως τα ξέρουμε και τους δίνει μια βαρύτητα ιστορική και πολιτισμική.

Οι χαρακτήρες που πλάθει η Έλενα είναι πολυπρισματικοί, δεν είναι απόλυτα «καλοί» ή «κακοί», το δίκαιο και το άδικο είναι συγκεχυμένα και αμφιλεγόμενα, δεν είναι άσπροι ή μαύροι οι χαρακτήρες της, τις περισσότερες φορές μάλιστα είναι γκρι. Και το άσπρο γίνεται μαύρο ή μελανό τουλάχιστον, στην πορεία της υπόθεσης καθώς με αγωνία φτάνεις σε συμπεράσματα που δεν περιμένεις.

Ο συνειρμός του συγγραφέα σε παρασύρει σε μονοπάτια άβολα.

Τέλος, ήθελα να σας διαβάσω δυο τελευταίες μικρές παραγράφους απ` το βιβλίο για το πώς εισάγει και παραλληλίζει τους στίχους του ποιητή με την σύγχρονη εποχή.

Εδώ ο Σεφέρης αναβαπτίζεται. Ανακηρύσσεται διαχρονικός και ερμηνεύεται σε συνάρτηση με τη σύγχρονη πραγματικότητα στην Ελλάδα. Αναδεικνύει τον κυκλικό ρου της ιστορίας, της Ελληνικής ιστορίας, της Ιστορίας του Έθνους που διαχρονικά καταδυναστεύει, φιμώνει και βασανίζει τον πολίτη αντί του χρέους που του έχει να τον φροντίζει , να ευημερεί.

Στο παρακάτω απόσπασμα μιλάει ο ψυχολόγος Παπαργυρίου:

«Γενικώς, για να το πω απλά και εν συντομία, η ποίηση του Σεφέρη είναι μάλλον απαισιόδοξη αλλά έχει πολλούς συμβολισμούς, κι αυτό είναι το πρώτο στοιχείο που μπορεί να έχει ενδιαφέρον για εμάς [..] Ο Σεφέρης έχει μια εμμονή στην παράδοση, την τραγική μοίρα του Ελληνισμού και τις χαμένες πατρίδες. Έχει επίσης έναν δραματικό τόνο στην ποίησή του κι αυτό ίσως ν` αποδειχτεί ότι έχει σημασία στην υπόθεσή μας. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο λοιπόν. Έχουμε έναν άγνωστο που δολοφονεί μια νέα γυναίκα και πάνω στο πτώμα της αφήνει ένα σημείωμα που είναι ευθεία αναφορά όχι μόνο στη δικτατορία αλλά και στον αγώνα κατά της δικτατορίας. [..] Ίσως θέλει να καταγγείλει γενικότερα την κατάσταση στη χώρα. Το ακούμε έξαλλου από πολύ κόσμο αυτό, ότι δηλαδή ζούμε σήμερα μια ιδιότυπη δικτατορία, όπου έχουν καταλυθεί βασικές συνταγματικές αρχές και όπου η δημοκρατία λειτούργει μόνο κατ` επίφαση».

--------------------------------------------------------------------------------

Κλείνοντας ήθελα ακόμη να πω κάτι για την ίδια την ‘Έλενα. Όταν έμαθα ότι έγραψε κι άλλο βιβλίο, τη ρώτησα πότε πρόλαβε να γράψει ΚΑΙ βιβλίο. Ειδικά φέτος, με όλο τον χαμό, το τρέξιμο, με το προσφυγικό, έβλεπα – και βλέπαμε όλοι μας εδώ στη Σάμο- μια Έλενα μονίμως στο πόδι, στον δρόμο, μονίμως να τρέχει. Και το αναφέρω γιατί μου έκανε εντύπωση η αυθόρμητη απάντησή της: Μου λέει : «Είναι η Ψυχοθεραπεία μου, Ερασμία».

Η Έλενα αγαπάει να πλάθει κόσμους, να διηγείται ιστορίες, να δημιουργεί πλοκές και διαπλοκές, αγαπάει να μας ταξιδεύει. Είναι η κινητήριος δύναμή της, η πηγή της ενέργειάς της και η ψυχοθεραπεία της, προφανώς. Κι αυτό είναι κάτι που μπορείς να το διακρίνεις μέσα απ` τα κείμενά της. Το πόσο δηλαδή αγαπάει να γράφει και να φτιάχνει φανταστικούς κόσμους που όμως μοιάζουν αληθινοί, να τους δίνει αυτόνομη ζωή , να χάνεται μέσα σ` αυτούς και να μας συμπαρασύρει κι εμάς τους αναγνώστες και θαυμαστές της.

Διαβάζοντας το βιβλίο της είχα μονίμως την αίσθηση, πως πιάνει μια - μια τις λέξεις, τις περιεργάζεται, τις κοιτάζει κόντρα στο φως, σαν να είναι κρύσταλλοι, σαν να είναι διαμάντια, τις επιλέγει επιμελώς και τις τοποθετεί σαν χρυσοχόο στη σωστή θέση με ακρίβεια, τρυφερότητα και αφοσίωση.

Καλοτάξιδο, λοιπόν, το βιβλίο σου Έλενα, ευχαριστούμε για τις εικόνες και τα ταξίδια και περιμένουμε με αγωνία και τα επόμενα βιβλία. Και να γράφεις γενικά, και να μας ταξιδεύεις, και να μας ψυχοθεραπεύεις κι εμάς!

Elena Housni

Επικοινωνία

Email: info [@] housni.gr

ekdoseis kyfanta