Ομιλία Έρης Ρίτσου για το βιβλίο "Χρυσή Εκδίκηση" στο Καρλόβασι Σάμου

Έλενα Χουσνή- Χρυσή Εκδίκηση – Η πτώση μιας δυναστείας

Καρλόβασι, Παρασκευή 19 Αυγούστου 2016

Παρουσιάζοντας ένα βιβλίο δεν μου αρέσει ή ποτέ δεν το κάνω να αναλύσω την ιστορία που αφηγείται. Είναι σαν να στερείς από τον μελλοντικό αναγνώστη τη χαρά της παρθενικής ματιάς, την ευχαρίστηση της προσωπικής αποκάλυψης, την μέθη της προσμονής. Αν, λοιπόν, θεωρώ πως η αποκάλυψη του μύθου κατά τη διάρκεια της παρουσίασης ενός μυθιστορήματος είναι μια αδικία απέναντι στον αναγνώστη, φανταστείτε τι μπορεί να είναι όταν το προς παρουσίαση μυθιστόρημα είναι αστυνομικό ή κατ` εξοχή, δηλαδή περίπτωση όπου ο συγγραφέας ζητεί την άσκηση του μυαλού του αναγνώστη και δίνοντάς του σιγά – σιγά στοιχεία και υπαινιγμούς, τον τοποθετεί μέσα στη δράση, ουσιαστικά προσφέροντάς του τη θέση του βοηθού ερευνητή της υπόθεσης.

Και εδώ μπαίνει το ερώτημα: Είναι η «Χρυσή Εκδίκηση» αστυνομικό μυθιστόρημα; Αναμφισβήτητα ναι, αλλά όχι μόνο.

Θα τολμούσα μάλιστα να πω πως η άκρως ενδιαφέρουσα αστυνομική ιστορία λειτουργεί ως άλλοθι για να δώσει στη Χουσνή τη δυνατότητα να μιλήσει για πράγματα που όλους μας απασχολούν, για καταστάσεις που έχουν γίνει καθημερινότητά μας όλα αυτά τα χρόνια που η οικονομική κρίση γιγαντώνεται στη χώρα μας και παρασύρει ζωές και ρουτίνες και μελλοντικά σχέδια, αφήνοντάς μας με μια αίσθηση μόνιμης αβεβαιότητας και πλήρους αδυναμίας να ορίσουμε πια τις ζωές μας.

Θα έλεγα λοιπόν πως το βιβλίο λειτουργεί σε πολλά επίπεδα.

Σε πρώτο πλάνο, φυσικά, η αστυνομική υπόθεση μέσα στην οποία μπαίνουμε σιγά – σιγά όπως και η παρέα των ανθρώπων που καλείται να βρει την άκρη.

Σε δεύτερο και κυρίαρχο πλάνο, η κατάσταση στη χώρα μας που φυσικά επηρεάζει τις ζωές των ηρώων καθώς και τις δικές μας.

Σε τρίτο πλάνο η παρουσίαση της ψυχολογίας των χαρακτήρων που συναντάμε μέσα στις σελίδες του βιβλίου.

Η αστυνομική ιστορία έχει απ` όλα: έχει φόνους, έχει μυστήριο, έχει σκόρπια στοιχεία που σιγά – σιγά έρχονται στο φώς σαν ψηφίδες που πρέπει κανείς να βάλει στη σωστή θέση για ν` αρχίσει να φαίνεται η εικόνα. Έχει λανθασμένη ανάγνωση των στοιχείων που οδηγεί σε παρακάμψεις. Έχει, πάντα μέσα από τα στοιχεία που εμφανίζονται μια σύνδεση του σήμερα με την ιστορίας μας, μέσω των λογοτεχνικών αναφορών στην ποίηση του Σεφέρη αλλά και στην ενασχόλησή του με τη φωτογραφία. Έχει, τέλος, «anti-climax» αφού η επίκληση μεγάλων ιδανικών έχει στην αφετηρία της εντελώς προσωπικά κίνητρα. Στα πρότυπα της Άγκαθα Κρίστι η αποκάλυψη γίνεται (φυσικά στο τέλος), παρουσία σχεδόν όλων των χαρακτήρων που στον ένα ή στον άλλο βαθμό συναντήσαμε στη διάρκεια της ανάγνωσης του βιβλίου.

Πρόκειται για μια εξαιρετικά δομημένη ιστορία μυστηρίου που κρατά αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, όπου όλα όσα συναντάμε, ακόμα και οι επαναλήψεις, έχουν συγκεκριμένο λόγο ύπαρξης και στόχο. Από αυτή την άποψη είναι η χαρά του λάτρη της αστυνομικής λογοτεχνίας.

Όμως δεν είναι μόνο αυτό.

Το δεύτερο πλάνο, η κρίση στη χώρα είναι κυρίαρχο. Δεν αποτελεί απλώς το φόντο των αστυνομικών εξελίξεων αλλά λειτουργεί αυθύπαρκτα. Με το έμπειρο μάτι του δημοσιογράφου , η συγγραφέας παρουσιάζει και αναλύει το σκηνικό μέσα στο οποίο λειτουργούν οι ήρωές της αλλά φυσικά και όλοι εμείς. Ο κόσμος των επιχειρήσεων, της διαφθοράς, της κλεψιάς, της απάτης, της διασύνδεσης με τον υπόκοσμο, του αθέμιτου πλουτισμού από τη μια και της απίστευτης εξαθλίωσης από την άλλη, καταγράφονται ως μια σειρά γεγονότων.

xrysi ekdikisi

Είναι όμως δουλειά του αναγνώστη να τους αποδώσει τη βαρύτητα που τους πρέπει. Η δύναμη του χρήματος είναι τεράστια. Επηρεάζει πολιτικούς αστυνομία, τύπο. Ως πότε και για πόσο όμως; Αυτό, που, κατά τη γνώμη μου, λέει η Χουσνή είναι πως δεν είναι ανίκητη. Η επιμονή των ηρώων μας να δουν φως μέσα στο απόλυτο σκοτάδι μυστηρίου που περιβάλλει τον πρώτο φόνο, θα έχει τελικά αποτελέσματα παρ` όλο που τα μόνα μέσα που διαθέτουν είναι η έρευνα και το μυαλό τους απέναντι σε έναν παντοδύναμο ολιγάρχη που με τη δύναμη του χρήματος που διαθέτει, επηρεάζει όλες τις εξουσίες. Και πραγματικά, έχουμε ανάγκη από τέτοια αισιόδοξα μηνύματα, έστω και μυθοπλαστικά, για ν` αντιμετωπίσουμε τη δύσκολη καθημερινότητά μας. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος της τέχνης. Να δείχνει δρόμους και δυνατότητες. Να ανοίγει προοπτικές. Να μας υπενθυμίζει την ανθρωπιά μας μέσα από την προβολή των έργων που ο ανθρώπινος νους και η ευαισθησία έχουν κατακτήσει.

Η απεικόνιση της ζοφερής πραγματικότητας στην οποία έχει οδηγήσει τη χώρα μας αλλά και όλον τον πλανήτη το κυνήγι του πλούτου και της εξουσίας των οικονομικά ισχυρών, δεν είναι η μόνη εικόνα. Ο ζόφος δεν είναι μονόδρομος. Αρκεί να αντιληφθεί ο καθένας μας τις δυνατότητές του, να συνεργαστεί με όσους ομονοούν και να επιμείνει, ακριβώς όπως κάνουν οι ήρωες του βιβλίου.

Στο μέρος αυτό του βιβλίου, περιγράφοντας τις δραστηριότητες του πάμπλουτου Κοπερνάρου, τη μεθόδευση φυγάδευσης των επιχειρήσεών του από την Ελλάδα, τις σχέσεις του με τον υπόκοσμο για τη δημιουργία ενεχυροδανειστηρίων μέσω των οίων ο χρυσός φυγαδεύεται στο εξωτερικό, χάνοντας έτσι η χώρα έναν τεράστιο πλούτου και οι άνθρωποι τα πατρογονικά τους τιμαλφή, η συγγραφέας θέτει ουσιαστικά πολλά ερωτήματα για τον τρόπο λειτουργίας του κράτους, για την απουσία ελέγχων που οδηγεί στην ατιμωρησία και στην ασυδοσία, για την ελευθερία του τύπου, για τη λειτουργία εξουσιών, νόμων και θεσμών. Δεν είναι πράγματα άγνωστα σε μας φυσικά όμως ενταγμένα μέσα στην αστυνομική ιστορία καθιστούν, όπως είπα, το ανάγνωσμα πολύ περισσότερο από «αστυνομικό». Είναι στην ουσία ένα πολιτικό – κοινωνικό βιβλίο.

Κι έρχομαι τώρα στο τρίτο θέμα που προκάλεσε το ενδιαφέρον μου. Στους χαρακτήρες. Εντυπωσιάστηκα ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου με τον τρόπο που η Χουσνή επιλέγει να παρουσιάσει έναν από τους βασικούς ήρωες της ιστορίας, τον συνταξιούχο αρχισυντάκτη Γρηγορίου. Ουσιαστικά τον αποδομεί και ήδη στη σελίδα 11 ο αναγνώστης ή μάλλον εγώ σαν αναγνώστης αισθάνθηκα μια έντονη αντιπάθεια γι` αυτόν τον απότομο και υπερφίαλο άνθρωπο, για να τον αποκαταστήσει όμως μετά, κάνοντάς σε να δεις τη δική του οπτική και το δικό του δίκιο.

Φυσικά το μυθιστόρημα δεν είναι ψυχολογικό, έτσι δεν υπάρχει «ανάπτυξη» χαρακτήρων, υπάρχει όμως μια πολύ προσεκτική ανάλυση του χαρακτήρα του καθενός, βασισμένη στο ιστορικό τους και στις συνθήκες μέσα στις οποίες λειτουργούν. Η εικόνα της έρημης Αθήνας μπορεί να δημιουργεί αισθήματα θετικά ή «αρνητικά», ανάλογα με την εξήγηση που δίνει κανείς στο γιατί είναι έρημη, για παράδειγμα. Ο Φρόυντ δεν θα είχε τίποτα να προσάψει στη συγγραφέα για την περιγραφή των σχέσεων πατέρα – κόρης και έχουμε τρεις τέτοιες, πού διαφορετικές μεταξύ τους, περιπτώσεις.

Αυτό επίσης που είναι εντυπωσιακό είναι πως οι χαρακτήρες είναι όλοι μόνοι, γι` αυτός ίσως να μπορούν να λειτουργήσουν τόσο καλά ως «παρέα» που κυνηγάει ένα στόχο. Η απουσία προσωπικών δεσμεύσεων τους επιτρέπει να «αφιερωθούν» στη σταυροφορία τους. Έτσι απλώς μαθαίνουμε πως κάποια πρόσωπα υπάρχουν στη ζωή στους αλλά, πολύ βολικά, απ΄το συγκεκριμένο παρόν τους, απουσιάζουν. Ο αγαπημένος της δημοσιογράφου Νάνσυ Καρβούνη, που ασχολείται με την έρευνα, βρίσκεται σε σεμινάριο στην Αμερική. Η κόρη του συνταξιούχου αρχισυντάκτη Γρηγορίου, απλώς μαθαίνουμε πως υπάρχει, ο ψυχίατρος Παπαργυρίου δεν έχει οικογένεια ενώ ο λιγότερο δεμένος με την παρέα, ο Καρυωτάκη έχει οικογένεια, η οποία, όμως, λειτουργεί ως τέτοια μόνο τα Σαββατοκύριακα, λόγω της δουλειάς του. Μόνος επίσης είναι και ο δολοφόνος, μόνη και η Βίβιαν, μητέρα της δολοφονημένης, μόνος και ο συλλέκτης, φίλος της δημοσιογράφου, Κώστας, με την αόρατη παρουσία μιας γιαγιάς, με την οποία συγκατοικεί. Κανένας τους όμως δεν δυσανασχετεί με τη μοναξιά του. Αντιθέτως μάλιστα. Τον Γρηγορίου τον βολεύει, ο Παπαργυρίου την επεδίωξε, η νεαρή δημοσιογράφος διευκρινίζει πως ο ζωτικός της χώρος της είναι απαραίτητος και ευτυχώς και ο αγαπημένος της έχει την ίδια ανάγκη, ο Κώστας την έχει επιλέξει συνειδητά γιατί την απολαμβάνει και η Βίβιαν επειδή οι συνθήκες την ανάγκασαν αλλά πια γνωρίζει πως αυτό είναι το καλύτερο για την ίδια. Και όλα αυτά χωρίς να μιλάμε για ανθρώπους αντικοινωνικούς – με την εξαίρεση του Κώστα, ο οποίος όμως διευκρινίζει πως δεν απομονώνεται γιατί δεν του αρέσουν οι άνθρωποι αλλά απλώς επειδή του αρέσει να είναι μόνος-.

Έχω, λοιπόν, την αίσθηση πως είναι και αυτό ένα έμμεσο σχόλιο πάνω στις κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώνουν τις προσωπικές μας ανάγκες. Η απώλεια του άμεσου κοινωνικού περίγυρου στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου για να συναντηθείς με τους φίλους σου πρέπει πρώτα να «συνεννοηθείς» και να «κανονίσεις», όπου θεωρείται σχεδόν αγένεια να χτυπήσεις απροειδοποίητα την πόρτα κάποιου λέγοντας «πέρναγα από δω και είπα να σε επισκεφτώ», έχει σαν αποτέλεσμα και τη δημιουργία αντίστοιχων κανόνων, συνηθειών και προτιμήσεων.

Η περιγραφή της σχέσης των φίλων έχει να κάνει με αισθήματα αγάπης, εκτίμησης, σεβασμού. Αυτό όμως που κυρίως τους δένει είναι η κοινή δράση εξ ου και η τελευταία φράση του Γρηγορίου: «Ωραία! Και τώρα τι κάνουμε;» όταν η ιστορία που τους απασχολούσε έχει τελειώσει.

Το άλλο εντυπωσιακό που καταφέρνει η συγγραφέας είναι να δώσει μια σαφή, ολοκάθαρη εικόνα του χαρακτήρα του καθενός με μερικές μόνο πινελιές. Η τάξη που χαρακτηρίζει την Καρβούνη, το χάος από χαρτομάνι του Γρηγορίου, το πάθος για καφέ του Παπαργυρίου, η εμμονή του συλλέκτη του Κώστα, φωτίζουν τον τρόπο σκέψης και δράσης του καθενός.

Θα έλεγα, λοιπόν, πως το βιβλίο τούτο έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης.Μπορεί να διαβαστεί σαν μια καλοστημένη αστυνομική ιστορία, όπου ο αναγνώστης βιάζεται συνεπαρμένος να «δει το παρακάτω».

Μπορεί να διαβαστεί σαν πολιτικό μυθιστόρημα, σαν μια σπουδή πάνω στο χρήμα και στις διασυνδέσεις του.

Μπορεί να διαβαστεί σαν μια προσπάθεια προσέγγισης και εξήγησης ανθρώπινων χαρακτήρων και πως αυτοί διαμορφώνονται μέσα από τις προσωπικές τους εμπειρίες και τις συνθήκες μέσα στις οποίες μεγαλώνουν και διαβιούν.

Με όποιο τρόπο κι αν το διαβάσετε, είμαι σίγουρη πως θα το απολαύσετε όπως το απόλαυσα και γω.

Elena Housni

Επικοινωνία

Email: info [@] housni.gr

ekdoseis kyfanta